ΕΕ: Αντικατάσταση 10% των καυσίμων με βιοκαύσιμα
Με ηλίανθο, ελαιοκράμβη, καλαμπόκι και άλλα ενεργειακά φυτά θα πρέπει να καλλιεργηθούν τα επόμενα χρόνια σχεδόν τέσσερα στα δέκα στρέμματα (ποσοστό 38%) της αγροτικής γης της Ε.Ε, αν τα 27 κράτη-μέλη θέλουν να "πιάσουν" το στόχο που έχει τεθεί για το 2020 (αντικατάσταση 10% των καυσίμων με βιοκαύσιμα).
Εξάλλου, για να επιτευχθεί ο στόχος της χρήσης βιοκαυσίμων σε ποσοστό 5,75% μέχρι το 2010, η ΕΕ χρειάζεται 160.000-180.000 στρέμματα γης ή το 18% της συνολικής έκτασης, που χρησιμοποιείται σήμερα για αγροτικούς σκοπούς, όπως τόνισε ο Istvan Kopenczei, από το ουγγρικό Ίδρυμα Επιχειρησιακής Ανάπτυξης Επαρχίας, μιλώντας σε εκδήλωση στη Θεσσαλονίκη.
Σύμφωνα με μελέτες που παρουσίασε ο Ούγγρος ομιλητής, τα βιοκαύσιμα πρώτης γενιάς έχουν αρκετές αρνητικές όψεις (οικονομικές και περιβαλλοντικές), γι' αυτό οι «27» θα πρέπει να εστιάσουν στην ανάπτυξη τής -πολλά υποσχόμενης- δεύτερης γενιάς.
Εν αναμονή των εξελίξεων, μελέτες έχουν δείξει ότι η παραγωγή βιοντίζελ θα είναι συμφέρουσα για την ΕΕ μόνο αν οι τιμές του πετρελαίου παραμείνουν πάνω από 80 δολάρια/βαρέλι. Στην περίπτωση της βιοαιθανόλης, το αντίστοιχο "όριο" είναι τα 90-120 δολ. Το κόστος των βιοκαυσίμων πρώτης γενιάς είναι υψηλό. Η δε τεχνολογία παραγωγής τους πολύ ανεπτυγμένη, οπότε δεν αναμένονται βελτιώσεις ικανές να μειώσουν το κόστος. Παράλληλα, η καλλιέργεια ενεργειακών φυτών είναι μονοκαλλιέργεια και, άρα, δεν δημιουργεί πολλές θέσεις εργασίας, όπως άλλωστε ούτε η σχετική μεταποιητική βιομηχανία.
Στο μεταξύ, αύξηση στις τιμές των τροφίμων κατά 20%-50% εκτιμάται ότι θα φέρει το 2007-2016 ο ανταγωνισμός χρήσης γης με τις ενεργειακές καλλιέργειες, σύμφωνα με τα αποτελέσματα μελέτης του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ).
Και αν τα βιοκαύσιμα πρώτης γενιάς επιβαρύνουν εμμέσως τις τιμές των τροφίμων, άμεση -ενδεχομένως μεγαλύτερη από ό,τι στη χρήση ορυκτών καυσίμων- φαίνεται ότι είναι η επίπτωσή τους στο περιβάλλον. Το 95% των επιπτώσεων που έχει στο περιβάλλον η παραγωγή βιοντίζελ λαμβάνει χώρα κατά την παραγωγή των πρώτων υλών (δηλαδή των φυτών).
Στην Ελλάδα, όπου η εξάρτηση από ενεργειακές εισαγωγές ανέρχεται στο 70% (50% στην ΕΕ), το κίνητρο παραγωγής βιοκαυσίμων είναι ακόμη ισχυρότερο. Και όμως: δεν υπάρχει βιοαιθανόλη -ούτε αυτοκίνητα που να τη χρησιμοποιούν ως καύσιμο- και χάθηκε πολύτιμος χρόνος για την εξασφάλιση πρώτης ύλης, η οποία είναι μόνο εισαγόμενη, όπως τόνισε η Λιάνα Γούτα, στέλεχος των ΕΛΠΕ και τέως β΄ αντιπρόεδρος του Πανελλήνιου Συλλόγου Χημικών Μηχανικών. Επίσης, υπάρχει οικονομικός ανταγωνισμός από το -πολύ φθηνό- αμερικάνικο βιοντίζελ.
"Μέχρι πρότινος τα βιοκαύσιμα θεωρήθηκαν χρυσή ευκαιρία για εύκολο-γρήγορο κέρδος. Η απότομη προσγείωση δεν άργησε να έρθει", σημείωσε, προσθέτοντας πάντως ότι υπάρχει ευνοϊκό θεσμικό πλαίσιο για χρηματοδότηση νέων μονάδων και πολλοί σπεύδουν να αναζητήσουν κεφάλαια για επενδύσεις του είδους.
"Στον αναπτυξιακό νόμο κατατέθηκαν αιτήσεις επένδυσης για 660.000 τόνους βιοντίζελ ετησίως, πολλές από τις οποίες εξακολουθούν να τελούν υπό έγκριση, ενώ στόχος της Ελλάδας για το 2010 ήταν οι 148.000 τόνοι το χρόνο", εξήγησε η κα Γούτα, επισημαίνοντας ότι αυτό που χρειάζεται είναι "σοβαρός, μακροπρόθεσμος και οραματικός σχεδιασμός", αξιοποίηση παραδειγμάτων καλής πρακτικής, άρση των διοικητικών εμποδίων και ενημέρωση-κινητοποίηση των πολιτών για τα οφέλη.
Υπέρ των βιοκαυσίμων δεύτερης γενιάς "ψηφίζει" και η ερευνήτρια Στέλλα Μπερζεγιάννη, από το Ινστιτούτο Τεχνικής Χημικών Διεργασιών του Εθνικού Κέντρου Ερευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης (ΕΚΕΤΑ). Οπως είπε, τα βιοκαύσιμα δεύτερης γενιάς διαφοροποιούνται από τα πρώτης ως προς το ότι χρησιμοποιούν και άλλες πρώτες ύλες, όπως αγροτικά και δασικά απόβλητα και το οργανικό μέρος των αστικών αποβλήτων. Έτσι, δεν υπάρχει ανταγωνισμός με τα τρόφιμα, ενώ εκτιμάται ότι μειώνεται και το κόστος παραγωγής.
"Τα βιοκαύσιμα δεύτερης γενιάς [...] αναμένεται να αλλάξουν το ενεργειακό και κατ΄επέκταση το οικονομικό-πολιτικό τοπίο της Ευρώπης, αλλά και ολόκληρου του πλανήτη", κατέληξε. |